Rib and Sea

Το σωσίβιο, το quick stop και η ζώνη σώζουν ζωές

Η "Καλλίπυγος" στους πέντε ωκεανούς. Παραθερισμός στην Αυστραλία.

Σύνδεση με το προηγούμενο : http://www.ribandsea.com/travels/1775-i-kallipygos-stous-pente-okeanoys-sto-vasileio-tis-tongka

Η μέρα αρχίζει «συνοφρυωμένη». Σκόρπια μπαμπακάκια πυκνώνουν, σχηματίζοντας τεράστια βροχερά «κουνουπίδια»: τα νέφη των όμβρων. Ο αέρας παραμένει λεβάντες, επιτρέποντας καλή ταχύτητα για τον προορισμό μας, που έχει άλλωστε ιδιαίτερο συμβολισμό. Δε ζυγώνουμε απλώς μια νέα χώρα, αλλά και μια νέα ήπειρο. Αργά, κάτω από το ολοένα εντονότερο ηλιόφως, ζοφά η σκούρα γραμμή του πλωριού ορίζοντα και διακρίνουμε τις ομαλές οροσειρές του Κουίνσλαντ. Πιο νότια υψώνονται οι παράξενοι αιχμηροί σχηματισμοί των «Υάλινων Ορέων», σαν να σκίζουν το θαμπό ουρανοθέμελο.

Υπολογίζοντας για τα μεσάνυχτα την ώρα άφιξής μας στο λιμάνι Ε.Τ.Α. του Μπρίσμπαν, ειδοποιούμε ραδιοφωνικά το τελωνείο, δηλώνοντας ότι θα φτάσουμε στις οχτώ το πρωί της επομένης. Αναρωτιόμαστε όμως πού και πώς θα περάσουμε τη νύχτα! Συναντώντας τον ωκεανό, το ποτάμι του Μπρίσμπαν έφτιαξε ανοικτά των εκβολών ένα από τα μεγαλύτερα αμμώδη νησιά του κόσμου, μήκους 80 μιλίων! Σταβέντο απαγκιάζει το μακρόστενο κόλπο Μόρετον, παρέχοντας προφυλαγμένα ρηχά νερά. Δε μας ερέθιζε η ιδέα της ολονύχτιας αναμονής στη λιμνοθάλασσα, έτσι όταν συναντήσαμε ένα φιλόξενο ορμίσκο κατά το σούρουπο δεν το πολυσκεφτήκαμε και φουντάραμε. Άκρως παράνομη ενέργεια, αλλά ήμασταν ψόφιοι από την κούραση!

Έχοντας κλέψει λίγες ώρες ύπνου, σαλπάραμε στα σκοτεινά κι αργοπορώντας διανύσαμε τα δεκαπέντε μίλια έως τον ντόκο του τελωνείου, όπου αποτελεσματικά και φιλικά μας πρατίκαραν οι Αρχές. Η χώρα, πραγματικό νησί-ήπειρος, έχει παραμείνει ανέπαφη από λογής ασθένειες, επομένως τον κύριο έλεγχο εισόδου εκτελεί η υγειονομική υπηρεσία. Αφού μας πήραν τα λίγα εναπομείναντα φρέσκα λαχανικά και φρούτα, μας επέβαλαν λόγω της.. γάτας περιορισμούς κινήσεων και απαγόρευση παραβολής σε ντόκο ή μαρίνα. Το τελευταίο δεν μας στεναχώρησε πολύ, καθώς προτιμούμε τα αγκυροβόλια από τις μαρίνες για ευνόητους οικονομικούς λόγους! Έχοντας ολοκληρώσει τις διατυπώσεις σε λιγότερο από μια ώρα, τραβήξαμε προς την καρδιά του Μπρίσμπαν, δέκα μίλια στ’ ανάντη των μαιάνδρων του μεγάλου ποταμού. Προάστια ακολουθούν τη βιομηχανική ζώνη και στη συνέχεια, μετά μια απότομη καμπύλη, ξεπετάγονται οι γυάλινοι ουρανοξύστες του κέντρου, που μαζί με τους βοτανικούς κήπους δίνουν ιδιαίτερο τόνο στο αγκυροβόλιο. Εδώ θα «παραθερίζαμε», περνώντας ασφαλισμένοι την τετράμηνη περίοδο των κυκλώνων της τροπικής ζώνης.

Είχαμε σκεφτεί να επωφεληθούμε από το  καλοκαίρι για να εξερευνήσουμε τις ανατολικές ακτές έως την Τασμανία, αλλά τόσο η αστάθεια των μετεωρολογικών συνθηκών και η έλλειψη λιμένων όσο και το χασομέρημα της  παλινδρόμησης έγειραν την πλάστιγγα προς την παραμονή μας στην πρωτεύουσα του Κουίνσλαντ. Το Μπρίσμπαν βόλευε πραγματικά, προσφέροντας τζάμπα αγκυροβόλιο, την ησυχία των  σκιερών πάρκων της ακροποταμιάς, μόλις δέκα λεπτά από το κέντρο, ενώ εκατό μέτρα στα κατάντη βρίσκονται δημόσια λουτρά για ντους και μπουγάδα. Τουλάχιστον άλλα εκατό σκάφη  γειτόνευαν στην ποταμίσια ράδα, στην πλειονότητα Αυστραλοί που έβγαιναν κουστουμαρισμένοι κάθε πρωί με τα βαρκάκια για δουλειά!

Στην υπερσύγχρονη πρωτεύουσα και στα άψογα προάστια τίποτα δεν πρόδιδε την ιστορία των καταναγκαστικών έργων και των εξόριστων Βρετανών καταδίκων που στην ουσία ίδρυσαν τη χώρα. Μοναδικά μνημεία της μαύρης αυτής εποχής τα λίγα εναπομείναντα νεοκλασικά κτίρια από πέτρες κομμένες στα νταμάρια-φυλακές. Λες και η τωρινή τέλεια καθαριότητα θέλει να αποστειρώσει τα μιάσματα του παρελθόντος.

Χάρη στον ασύρματο είχαμε προ πολλού επαφές με Έλληνες ραδιοερασιτέχνες της Αυστραλίας. Ένας από αυτούς, ο Γιάννης, έμενε στο Μπρίσμπαν, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονταν γύρω από το Σίδνεϋ, έτσι, χωρίς χρονοτριβή, συστηθήκαμε στην πολυπληθή ελληνική παροικία. Ο Γιάννης, που εργάζεται στο κέντρο, ήρθε αμέσως να μας συναντήσει, ενώ από το Σίδνεϋ ο Χάρης και ο Γιώργος έκαναν τον κόπο να διανύσουν 900 χμ. με αυτοκίνητο για να μας γνωρίσουν από κοντά. Άναυδους μας άφησε αυτή η αυθόρμητη προθυμία. Ιδίως όταν ο Χάρης μάς πληροφόρησε ότι ήρθαν να μας πάρουν για να μας ξεναγήσουν στο Σίδνεϋ! Δύσκολο να παρατήσουμε την «Καλλίπυγο» ανεπιτήρητη στην καρδιά μιας μεγαλούπολης. Μην μπορώντας όμως ν’ αρνηθούμε την πρόσκληση, αποφασίσαμε ότι η Άννα Μαρία θα παρέμενε «βατσιμάνης», ενώ εγώ θ’ ακολουθούσα τους ξεναγούς μας. Ήδη προγραμματίζαμε μια χριστουγεννιάτικη εκδρομή, παρέα πλέον, αφού θα είχαμε σιγουρευτεί για την ασφάλεια της πλωτής μας κατοικίας.

Ξημερώματα αναχωρήσαμε για το νότο. Ο δρόμος ακολουθούσε τις ανατολικές ακτές των κρατιδίων Κουίνσλαντ και Νιου Σάουθ Γουέιλς. Δεν μπορώ να πω ότι το θέαμα ήταν συγκλονιστικό, αφού παρουσιάζονταν μόνο επίπεδα βοσκοτόπια ή ανιαρά δάση ευκαλύπτων, τα γηγενή αυστραλέζικα δέντρα. Ό,τι ενδιαφέρον όμως έλειπε από το δρόμο, αναπληρώθηκε από τις συζητήσεις με τους φίλους μου. Πρώτη φορά συναντούσα μια τόσο πολυπληθή και συμπαγή ελληνική κοινότητα στο εξωτερικό. Απ’ ό,τι μου είπαν, εκτός των λίγων Ελλήνων κατάδικων που εξορίστηκαν από τους Άγγλους ως λαθρέμποροι την εποχή των ναπολεόντειων πολέμων, οι Ρωμιοί άρχισαν να φτάνουν το Μεσοπόλεμο, πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Δύσκολη περίοδος, αφού επικρατούσε παγκόσμια οικονομική κρίση, ενώ οι αυστραλέζικες αρχές ακολουθούσαν πολιτική μετανάστευσης «για λευκούς μόνο», θεωρώντας τους μεσογειακούς... έγχρωμους!
Η κατάσταση άλλαξε με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι Αυστραλοί συνειδητοποίησαν ότι για να επιζήσουν έπρεπε να εποικηθεί η αχανής τους χώρα, ανοίγοντας πλέον διάπλατα τις πύλες του αγγλοσαξονικού κάστρου, επιχορηγώντας μάλιστα τη μετανάστευση όχι μόνο από τη Βόρεια Ευρώπη, αλλά και από το μεσογειακό χώρο. Έτσι μαζί με Ιταλούς και Ισπανούς κατέφθασαν κάπου δύο εκατομμύρια Έλληνες, οικονομικοί πρόσφυγες του ρημαδιού του παγκοσμίου και εμφυλίου πολέμου. Πέρα από τα γλωσσικά εμπόδια αντιμετώπισαν όμως και τα τείχη του ρατσισμού και τουλάχιστον για δύο δεκαετίες τούς στρίμωξαν σε γκέτο. Όπως μου είπε χαρακτηριστικά ο Γιώργος: «Πολλοί σκέφτηκαν να επιστρέφουν στα χωριά τους, όταν όμως συνειδητοποίησαν ότι το αμπέλι που θυσίασαν για να πληρώσουν το ταξίδι είχε τόσο ακριβύνει και δεν μπορούσαν να το ξαναποκτήσουν, εγκατέλειψαν κάθε ιδέα παλιννόστησης. Αποφασισμένοι πλέον να επωφεληθούν από το ανώτερο βιοτικό επίπεδο της νέας τους πατρίδας, ρίζωσαν στη νέα γι’ αυτούς ήπειρο».

Επί πέντε μέρες με παρέλαβε η παρέα των ραδιοερασιτεχνών, σεριανίζοντάς με στ’ αξιοθέατα του πανέμορφου Σίδνεϋ, ενώ τα βράδια με τρατάριζαν με ξεχασμένες — για μένα — λιχουδιές. Πέρα από τα πάρκα, τις λεωφόρους και τις καλαίσθητες συνοικίες, πολύ μ’ εντυπώσιασε το Πορτ Τζάκσον, όπου δεντρόφυτες όχθες περικλείουν την τεράστια βαθιά ράδα. Τα δυνατά παλιρροϊκά ρεύματα εγγυώνται πάντα καθαρά νερά. Φανταστείτε τον κόλπο της Ελευσίνας με κήπους αντί βιομηχανίες, με γαρίδες αντί αποπατήματα! Για να πούμε όμως και του στραβού το δίκιο, η αυστραλέζικη βιομηχανία εδρεύει και ρυπαίνει το Μπότανυ Μπέϊ, έναν άλλο κόλπο, μόλις τριάντα χιλιόμετρα πιο νότια. Έξω από τη στενή μπούκα απλώνεται ο πολυκύμαντος νότιος Ειρηνικός, προσφέροντας ατελείωτες δυνατότητες εργασίας και αναψυχής: σερφ στα κύματα, ιστιοσανίδες, υπεριστιομένα «18άρια», μάξι IOR και αμέτρητα σκαφάκια γειτονεύουν με λογής αλιευτικά, φορτηγίδες και εμπορικά πλοία, σε σημείο που τα Σαββατοκύριακα λέγεται ότι μπορεί κανείς να διανύσει τα πέντε μίλια ως την άλλη όχθη πατώντας από σκάφος σε σκάφος! Ντόπιο χιούμορ... Έπειτα από ένα τετραήμερο, σκεφτόμενος την Άννα Μαρία μονάχη στο Μπρίσμπαν, πήρα υπεραστικό λεωφορείο και σε δεκαοχτώ ώρες επέστρεψα στο σκάφος.

Καταπιαστήκαμε με εργασίες καθαρισμού των δεξαμενών νερού, βάψαμε το βαρκάκι, ελέγξαμε τα πανιά και χίλιες άλλες αναγκαίες δουλειές για να συντηρηθεί σωστά ένα ιστιοφόρο ανοιχτής θαλάσσης. Τα βράδια αποβιβαζόμασταν στο γειτονικό πάρκο, επωφελούμενοι από τις ηλεκτρικές ψησταριές που είχε τοποθετήσει ο δήμος. Τυπικά αυστραλέζικη η παράδοση του καλοκαιρινού «μπάρμπεκιου» και της ζυθοποσίας. Αποτέλεσμα όμως μιας παράξενης φορολογίας, η μπίρα είναι πιο ακριβή από το κρασί, έτσι για λόγους γούστου και τιμών προτιμούσαμε τις νταμιτζάνες ντόπιων κρασιών! Μια ωραία πρωία απελευθερώθηκε ένα ρεμέτζο και μπορέσαμε να δέσουμε την «Καλλίπυγο» πλώρα-πρύμα, αποφεύγοντας τη φασαρία των παλινδρομικών ρευμάτων και τα σκαμπρόζικα γυμνάσια όταν αυτά αντιτίθενται στον άνεμο. Γείτονές μας στο μουράγιο ένα ζεύγος Πολωνών μουσικών και φιλόζωων, που θα αναλάμβαναν τη φροντίδα της τετράποδης φίλης μας όσο θα απουσιάζαμε στο Σίδνεϋ για τις γιορτές. Παράλληλα, γνωριστήκαμε καλά με το ραδιοερασιτέχνη Γιάννη από τη Σάμο και τη γυναίκα του Στέλλα. Πάμπολλες φορές μάς φιλοξένησαν σπίτι τους, προσφέροντας ωραία παρέα και βοήθεια να καταλάβουμε την Αυστραλία, μια παράξενη χώρα με ιστορία μόλις 200 ετών. Ενδιαφέρον θέμα το πόσο γρήγορα απαγκιστρώθηκε από τις αγγλικές παραδόσεις αυτή η τέως βρετανική αποικία, σε σημείο να χαρακτηριστεί ως «μπανανοδημοκρατία» λόγω εκφυλισμού των δημοσίων ηθών! Π.χ., όσες φορές πολιτικοί κατηγορούμενοι δεν κατάφεραν να λαδώσουν τους ενόρκους, άκουσον άκουσον, κατέληξαν στις φυλακές! Χαριτολογώντας, οι φίλοι μας υποστήριξαν ότι αυτή η κατάσταση βοήθησε τους νεοαφιχθέντες Έλληνες και Ιταλούς, συνηθισμένους από χιλιετίες στις κομπίνες της διαφθοράς!

Χριστούγεννα. Πέρσι στα χιόνια της Παταγονίας, φέτος τρέχει ο ιδρώτας μας στο κατακαλόκαιρο του Μπρίσμπαν. Θερμοκρασία 38°C υπό σκιάν και δεν κουνιέται φύλλο. Βγάζουμε τη μέρα ξαπλωμένοι στις ρίζες των σκιερών δέντρων του βοτανικού κήπου, τσιμπολογώντας εορταστικούς μεζέδες με μια διεθνή ιστιοπλοϊκή παρέα. Σαν βράδιασε, τα ήρεμα ποταμίσια νερά άναψαν από τις πομπές των αμέτρητων φωτοστολισμένων πλοιαρίων, ενώ αντανακλούσαν τα περίτεχνα βεγγαλικά που έσκιζαν τον ουρανό. Τουλάχιστον ο μισός πληθυσμός της πόλης μαζεύτηκε στα παρόχθια πάρκα, απολαμβάνοντας τα θεαματικά πυροτεχνήματα. Στην Αυστραλία τα Χριστούγεννα συμπίπτουν με το μεσοκαλόκαιρο, εποχή διακοπών και γενικά υπαίθριων διασκεδάσεων. Την επόμενη μέρα διαδραματίζονται λογής εκδηλώσεις στις διάφορες συνοικίες. Σε κοντινή απόσταση από το μουράγιο, μια παμπ είχε στήσει στο δρόμο αυτοσχέδιες κερκίδες και στον ήχο μιας ορχήστρας ροκ διοργανώνονταν αγώνες ταχύτητας κατσαρίδων με χρηματικά στοιχήματα, πραγματική παρωδία λαϊκού ιπποδρόμου. Οι κριτές αναποδογυρίζουν έναν κουβά με τεράστιες, αριθμημένες κατσαρίδες στο κέντρο του στίβου και υπό τις επευφημίες των «φιλάθλων» βράβευαν νικητές και ηττημένους με θανατηφόρους ψεκασμούς! Παράξενο για μας το χιούμορ της κατάστασης.

Δυο μέρες αργότερα ετοιμαστήκαμε να επισκεφθούμε το Σίδνεϋ. Ο Χάρης μάς περιέλαβε κατάκοπους ύστερα από 18 ώρες λεωφορείου. Από κει και πέρα, μουσαφιρέοι της φιλόξενης ελληνικής ραδιοερασιτεχνικής παροικίας, θαυμάσαμε παρέα τ’ αξιοθέατα της πόλης, αλλά και των περιχώρων με ένα δανεικό αυτοκίνητο. Κορύφωμα των πρώτων ημερών η επίσκεψη στο Ναυτικό Μουσείο, που εκτός από εντυπωσιακά εκθέματα στις αίθουσες έχει στο λιμάνι του έναν ολόκληρο στόλο: ένα ακριβές ομοίωμα του σκάφους με το οποίο ο Κουκ «ανακάλυψε» τις ανατολικές ακτές της Αυστραλίας, ένα αντιτορπιλικό, λογής παλαιά ιστιοκίνητα αλιευτικά και αγωνιστικά σκάφη. Όλα δε τα πλωτά εκθέματα βρίσκονταν σε λειτουργική κατάσταση, αποπλέοντας τακτικά με επισκέπτες για επιδεικτικές ή παιδαγωγικές βόλτες. Αναστέναξα σκεφτόμενος πόσο θα χρειαζόταν η Ελλάδα ένα παρόμοιο ίδρυμα, όταν κάθε μέρα που περνάει η ναυτική μας παράδοση ανήκει περισσότερο στο ξεχασμένο παρελθόν.

Όταν ο φίλος Γιώργος μάς ανακοίνωσε ότι μας παραχωρούσε το αυτοκίνητο για άλλους δυο μήνες, αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε τις περιοχές μεταξύ Σίδνεϋ και Μπρίσμπαν. Αλλά πριν επιστρέψουμε στην «Καλλίπυγο», ήμασταν προσκεκλημένοι από τον ίδιο το Γιώργο να περάσουμε τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς στο σκάφος του. Όχι βέβαια σε καμιά μαρίνα, αλλά στη μέση του κόλπου του Σίδνεϋ μαζί με άλλες δέκα χιλιάδες σκάφη, για να παρακολουθήσουμε τα εορταστικά πυροτεχνήματα. Με περίπου μισό εκατομμύριο κόσμο γύρω μας θαυμάσαμε πώς καλωσόρισαν τα καλλιτεχνικά παιχνίδια φωτιάς και καπνού το νέο έτος, λαμπαδιάζοντας ένα δάσος άλμπουρων.

Την επομένη συναντήσαμε τους μοναχικούς ιστιοπλόους του αγωνιστικού περίπλου της Γης (BOC) και σταθήκαμε μπροστά στα δεκαοχτάμετρα σκάφη με τις υπέρμετρες αρματωσιές, τα αξιόπιστα και λειτουργικά καταστρώματα. Όταν δει κανείς τέτοια σκάφη, δεν μπορεί παρά να ονειρευτεί ιλιγγιώδη σερφ στα πελώρια γκρίζα κύματα των νότιων ωκεανών. Δεν ξέρω εάν ήμασταν ακόμα ζαλισμένοι από τις πρωτοχρονιάτικες σπονδές, πάντως σίγουρα αντραλισμένοι από θαυμασμό και ζήλια στραφήκαμε προς... τα βουνά!
    
Χωρίς υπερβολή, η Αυστραλία μπορεί να παρομοιαστεί με επίπεδη πίτα, γι’ αυτό και οι ντόπιοι καμαρώνουν οποιαδήποτε λοφοσειρά. Αντίθετα, μας εντυπωσιάζουν οι απέραντες πεδιάδες με τη μοναδική ορατότητα των ηπειρωτικών κλιμάτων, όταν οι μικροί σωρείτες συναντούν στον ορίζοντα τη μαύρη κορδέλα του δρόμου. Δεξιά κι αριστερά ατέλειωτες σιτοκαλλιέργειες ή βοσκοτόπια εναλλάσσονται με δάση ευκαλύπτων και μονότονους λόγκους. Σαν τοτεμικά σύμβολα στέκονται τα ποικιλόμορφα γραμματοκιβώτια των αλαργινών αγροκατοικιών. Ο αχανής κάμπος προκαλεί το ίδιο δέος όπως η έρημος ή ο ωκεανός. Εκτός από τα γελάδια, η πανίδα κινούσε την προσοχή μας, αφού ολοένα αντικρίζαμε παράξενα ζώα: καγκουρό, στρουθοκαμήλους, σμήνη πολύχρωμων παπαγάλων, λευκών παπαφίγκων (με τα κίτρινά τους λοφία) και πιο σπάνια την παράξενη κουκαμπάρα (ένα είδος αλκυόνης) με τη χλευαστική κραυγή.

Στις αραιοκατοικημένες πεδιάδες, χωριά και κωμοπόλεις δίνουν εικόνα «Άγριας Δύσης» με τις κοντραπλακεδένιες κατασκευές, τις τσίγκινες οροφές, τη σκόνη και το συναίσθημα απομόνωσης. Παλιές φωτογραφίες κι αρχαϊκές διαφημίσεις στολίζουν τους τοίχους στις μαγκούφικες ταβέρνες και τα ανέκφραστα πρόσωπα των λιγοστών θαμώνων είχε σίγουρα να κάνει τόσο με το ύφος μοναχικών αγροτών ή το κόστος της μπίρας όσο και με την καταστροφική πενταετή ξηρασία. Ένας απ’ αυτούς μας ψιθύρισε ότι κάποτε η χώρα έκανε μεγάλες εξαγωγές σιτηρών, ενώ τώρα πλέον η λειψυδρία ανάγκαζε σε εισαγωγές. Ο ίδιος, τρίτης γενιάς ρωσικής καταγωγής, γνώριζε από τους μύθους των ιθαγενών ότι τέτοιες ανομβρίες δεν σπάνιζαν και διαρκούσαν ολόκληρες επταετίες. Ο φιλόσοφος «φαρμαδόρος» (όπως τους αποκαλούν οι Έλληνες των αντιπόδων) συνέχισε ψιθυρίζοντας ότι θεωρούσε μεγάλο σφάλμα τη διοίκηση μιας τέτοιας ηπείρου από νησιώτικο λαό, εννοώντας προφανώς τους... Εγγλέζους! Τον αφήσαμε με την μπίρα στο χέρι και τσουλήσαμε έως το γειτονικό κάμπιγκ, όπου θα διανυκτερεύαμε για λίγα δολάρια σ’ ένα νοικιάρικο τροχόσπιτο.

Χάρη στα πρόχειρα «ξενοδοχεία», το ψωμοτύρι των μπακάλικων και την πολύ φτηνή βενζίνη παίξαμε το ρόλο του «Καραγκιόζη τουρίστα» σ’ αυτό το ολιγοδάπανο στεριανό ταξίδι. Επιστρέφοντας στο Μπρίσμπαν, πέσαμε με τα μούτρα στις εργασίες συντήρησης της μηχανής, της αρματωσιάς και του βαψίματος, ενώ μεταφέραμε τα τιμόνια σε μηχανουργείο για να ενισχυθεί το σύστημα σύνδεσης και οι αρθρώσεις. Φυσικά, για να μην παραπονεθούν οι αναγνώστες και πεθάνουμε από ασιτία στρώθηκα στο γράψιμο!

Ξαφνικά, σαν δροσερή μπουκαδούρα στην μπουνάτσα της ρουτίνας εμφανίστηκε ο Θωμάς με τον «Κατακτητή», το υπερωκεάνιό του. Ο Παξινός Θωμάς Γραμματικός, ανέμελος νησιώτης πολυτεχνίτης, το φθινόπωρο του 1985 βαρέθηκε τα καλούπια και τις παγίδες της ζωής αλά ελληνικά, σαλπάροντας μονάχος μ’ ένα πλαστικό σκαφάκι επτάμισι μέτρων. Κι από τότε ταξιδεύει πάντα με το μαγικό δύοντα ήλιο στην πλώρη, αναζητώντας την απλή ωκεάνια ζωή και πότε πότε καμιά δουλειά του ποδαριού για επιβίωση. Ενώ θεωρούσαμε τον «Ιάσονα» ως το άκρον άωτον του μινιμαλισμού, ο «Κατακτητής» έσπαγε όλα τα ρεκόρ με την εξωτερική κουζίνα και την τουαλέτα, γιατί στην καμπίνα χωράει μόνο ένα άτομο και με τη βοήθεια καλαποδιού!
Η γάστρα (ένα είδος J24), αναγκαστικά υπέρβαρη, έφερε ίσαλο κάπου πενήντα εκατοστά από την κουβέρτα, ενώ τα βρεχάμενα έδειχναν ανησυχητικά σημάδια όσμωσης... Περιττό να πω ότι ως «ομοειδείς» γίναμε αμέσως αχώριστοι, περνώντας τακτικά παρέα τις βραδιές μας τζαμπατζήδες στους παρόχθιους θερινούς κινηματογράφους ή ψωνίζοντας οπωροκηπευτικά στο μανάβικο ενός συμπονετικού Κερκυραίου. Τα Σαββατοκύριακα παζαρεύαμε μεταχειρισμένα είδη στις λαϊκές αγορές ή επισκεπτόμασταν τον Γιάννη, που του άρεσε με την παρουσία μας να ξαναβρίσκει το ρωμαίϊκο κομφούζιο, ενώ η συμπαθέστατη Στέλλα μάς τάιζε μουσακάδες και ντομάτες γεμιστές.

Τον Μάρτιο ολοκληρώσαμε τον ανεφοδιασμό μας από τις φτηνότερες υπεραγορές, προβλέποντας όχι μόνο τις ερημικές βόρειες ακτές της Αυστραλίας, αλλά και την τριτοκοσμική Ινδονησία. Γεμίσαμε σεντίνες κι αποθήκες με 300 κιλά τυποποιημένη και ξηρά τροφή, που θα μας επαρκούσαν για ένα εξάμηνο. Ήταν εντυπωσιακό να βλέπει κανείς σηκωμένα τα πανιόλα και σαν καλντερίμι στρωμένες τις κονσέρβες στη σεντίνα. Νομίζαμε ότι είχαμε σχεδόν τελειώσει τις προετοιμασίες, αφού δεν μας απέμενε παρά το ετήσιο μουράβιασμα, έτσι με φρίκη ανακαλύψαμε ότι η μηχανή έχανε λάδια. Μελετήσαμε το εγχειρίδιο και αφού σιγουρευτήκαμε ότι επρόκειτο για σοβαρή βλάβη, πήγαμε στην αντιπροσωπεία, όπου μάθαμε ότι το πρόβλημα εντοπιζόταν συνήθως στους κινητήρες αυτής της ηλικίας και ότι η επισκευή θα κυμαινόταν γύρω στις 2.000 δολάρια με τα εργατικά. Περιττό να πω ότι δε διαθέταμε ένα τέτοιο ποσό, οπότε μηχανευτήκαμε ένα οδύσσειο σχέδιο, παζαρεύοντας «διαφημιστικές» φωτογραφίες της «Καλλιπύγου» έναντι των ανταλλακτικών! Φυσικά, αναλάβαμε μόνοι μας την επισκευή, που τελείωσε σε τρεις μέρες με τη βοήθεια του Θωμά, στο υπόστεγο του φίλου Γιάννη. Χάρη στο επαγγελματικό εγχειρίδιο λύσαμε και ξανασυναρμολογήσαμε τη μηχανή, αποκτώντας εμπειρία και την ικανοποίηση της επιτυχίας. Με την ανισταμένη εξωλέμβια να ρονρονίζει σ’ ένα βαρέλι νερό, γιορτάσαμε την παλιγγενεσία με μια νταμιτζάνα κρασί. Ο Γιάννης έβαλε μια κασέτα του Χάρυ Κλυνν, ενώ η Στέλλα ξεφούρνισε «μελιτζάνες ιμάμ». Τι απερίγραπτη βραδιά γέλιου και ανακούφισης. Το συμπέρασμα όμως της μίνι-περιπέτειας το συνόψισε ορθότατα ο Λάρρυ Πάρντι: «Ό,τι δεν μπορείς να το επισκευάσεις εσύ ο ίδιος μην το βάζεις στο σκάφος!». Φιλοσοφία της αυτάρκειας που ισχύει τόσο για τη γάστρα όσο και για οποιοδήποτε εξάρτημα, όχι μόνο για τους ευνόητους οικονομικούς λόγους, αλλά γιατί η ζημιά μπορεί να συμβεί μακριά από κάθε συνεργείο.

Την επομένη, σ’ έναν τηλεφωνικό θάλαμο, οπλισμένος με τον «Χρυσό Οδηγό» έκανα σύγκριση τιμών και υπηρεσιών όλων των καρνάγιων της περιοχής. Έπειτα από κάμποση ώρα βρέθηκε το «διαμάντι»: ένας σύλλογος ερασιτεχνών ναυπηγών τριάντα μίλια νοτιότερα. Λίγο σκουριασμένοι από δυόμισι μήνες ακινησίας, βιράραμε πάλι τα πανιά και δε χορταίναμε τη θέα της αιχμηρής πλώρης να σκίζει τα ήρεμα γκρίζα νερά της λιμνοθάλασσας.

Στ’ ανάντη ενός ρυακιού που στέγνωσε με την άμπωτη, φανερώνοντας το βούρκο στις ρίζες των μαγκρόβιων, συναντήσαμε το μικρό καρνάγιο. Το μέρος έσφυζε από κουνούπια, σκνίπες και αλογόμυγες, γι’ αυτό άλλωστε ήταν και φτηνό! Οι ερασιτέχνες ναυπηγοί δούλευαν ανενόχλητοι στα πιο απίθανα κατασκευάσματα, ενώ γύρω τους στα δέντρα φώλιαζαν δεκάδες πουλιά κι ασημότριχα κοάλα. Στρωθήκαμε κι εμείς πυρετωδώς, τελειώνοντας το μουράβιασμα σε 48 ώρες και επιστρέφοντας χωρίς χρονοτριβή στα ρεμέτζα του Μπρίσμπαν. Πριν από τη μεγάλη αναχώρηση έπρεπε να παραδώσουμε το αυτοκίνητο στο Σίδνεϋ, όπου θα αποχαιρετούσαμε όλους τους Ελληνοαυστραλούς φίλους μας.

Αφού εμπιστευθήκαμε τη γάτα στους Πολωνούς γείτονες για το τελευταίο οδικό ταξίδι, διαλέξαμε τον πιο απόκεντρο δρόμο, στις παρυφές της ερήμου. Το κοκκινόχωμα απλωνόταν στις αχανείς εκτάσεις, λες και ο ήλιος να είχε πυρώσει τη γη. Εκτός από αραιούς βοσκότοπους, τα πεδία παρέμεναν χέρσα. Εκατό χιλιόμετρα ξεροκαμπιάς χώριζαν τη μια πολίχνη από την άλλη και πιο σπάνια ακόμη αντικρίζαμε καταυλισμούς ιθαγενών. Στα σαραβαλιασμένα ταβερνάκια οι λίγες κουβέντες αφορούσαν την ξηρασία και οι υπόλοιπες τα βάσανα των κτηνοτροφών. Το θέμα των αυτοχθόνων παρέμενε ταμπού, λες και οι ντόπιες κοκκινόφατσες δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι οι «μαύροι» θεωρούνταν πλέον άνθρωποι. Στα ντουβάρια ο άνεμος ξεφύλλιζε ρατσιστικές φυλλάδες.

Αφήνοντας πίσω μας τις στέπες, την τρίτη μέρα πλησιάσαμε το Σίδνεϋ από δυσμάς. Ξαναβρήκαμε τις εύφορες κυματιστές πεδιάδες στους πρόποδες των Γαλάζιων Ορέων και αφού προσπέρασα με αυτό το τελευταίο φυσικό εμπόδιο, βιγλάραμε τη μεγαλούπολη. Περάσαμε μαζί με τους φίλους μας μια βδομάδα εγκάρδιων αποχαιρετισμών, αξέχαστων σπονδών και προπόσεων. Γεια σου, φιλόξενη παρέα, ποιος ξέρει πότε θα ξανασμίξουμε! Με σφιγμένη την καρδιά ανεβήκαμε στο λεωφορείο για μια τελευταία πολύωρη και ανιαρή επιστροφή στο Μπρίσμπαν. Γρήγορα όμως πήξαμε στις γνώριμες σκηνές και στη ρουτίνα. Ήρθε ο καιρός να φύγουμε!

Συνεχίζεται : http://www.ribandsea.com/travels/2141-i-kallipygos-stous-pente-okeanoys-taksideyontas-sto-megalo-korallenio-fragma