Γράφει ο Σωτήρης Καλαμίτσης.
Την φιλοφρόνησιν αυτήν απηύθυνα εις συμπολίτην, όστις εστάθμευσε το όχημά του έμπροσθεν της επικλινούς διόδου του πεζοδρομίου, ήτις προώρισται δια ΑΜΕΑ. Εκείνος, εξελθών αστραπιαίως του οχήματος του, με επλησίασε με αγρίας διαθέσεις. Εγώ τότε ανέσυρα από τον χαρτοφύλακά μου εικονίδιον, το οποίο προέταξα. Κεραυνοβοληθείς ο αυθάδης οδηγός ανέκοψε την πορείαν του και ήρχισεν αναγιγνώσκων. Μετ’ ολίγον ύψωσε το βλέμμα του και απεμακρύνθη απολογούμενος ούτω: «Λυπούμαι πολύ κύριε δια την αντίδρασιν μου».








Αισθάνθηκα αηδία βλέποντας τα δέκα κορίτσα να παρελάζουν [που λένε οι μορφωμένοι] βαδίζοντας ως πολύσπαστα προς τιμήν τών ηρώων που έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα. Ένοιωσα και θυμό που υπάρχουν γονείς και δάσκαλοι, οι οποίοι δεν κατάφεραν να μεταδώσουν σ’ αυτά τη συστολή κατ’ ελάχιστον απέναντι στην πλειονότητα του λαού που τιμά τους νεκρούς του και επιμένει να τους θυμάται. Προσπάθησα να φανταστώ, τί θα έγραφε ο Νίκος Τσιφόρος αν ζούσε. Ίσως ένα χρονογράφημα με τον ως άνω τίτλο κατ’ απομίμηση του «Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα».