Ήταν εκεί, βιντεοσκόπησε και σχολιάζει ο Ιωσήφ Παπαδόπουλος.
Oι Δειπνοσοφιστές συνηθίζουν να συγκεντρώνονται από καιρού εις καιρόν για να συζητήσουν, να κοινωνήσουν τον πολιτισμό των προγόνων, να θυμηθούν τι τους ενώνει και να ψάξουν να βρουν τρόπους απαλλαγής από τον σύγχρονο Αρμαγεδδώνα. Η χθεσινή συνάντησή τους πραγματοποιήθηκε στη γνωστή ταβέρνα του Μπαϊρακτάρη, στο Μοναστηράκι.
Και ενώ όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν, με τα λόγια του Ικτίνου να προβληματίζουν και να ζωντανεύουν κοιμισμένα ελληνικά κύτταρα, επανήλθαμε ξαφνικά στην οδυνηρή πραγματικότητα. Με τον ναρκισσισμό κάποιων, την ψευδαίσθησή κάποιων άλλων πως επαναστατούν, την αγάπη για το μικρόφωνο και την αρχηγία. Κάπου εκεί λοιπόν μάζεψα τα μιντιακά εργαλεία μου, καληνύχτησα και αποχώρησα...





Αισθάνθηκα αηδία βλέποντας τα δέκα κορίτσα να παρελάζουν [που λένε οι μορφωμένοι] βαδίζοντας ως πολύσπαστα προς τιμήν τών ηρώων που έχυσαν το αίμα τους για την πατρίδα. Ένοιωσα και θυμό που υπάρχουν γονείς και δάσκαλοι, οι οποίοι δεν κατάφεραν να μεταδώσουν σ’ αυτά τη συστολή κατ’ ελάχιστον απέναντι στην πλειονότητα του λαού που τιμά τους νεκρούς του και επιμένει να τους θυμάται. Προσπάθησα να φανταστώ, τί θα έγραφε ο Νίκος Τσιφόρος αν ζούσε. Ίσως ένα χρονογράφημα με τον ως άνω τίτλο κατ’ απομίμηση του «Τα παλιόπαιδα τ’ ατίθασα».

