Rib and Sea

Το σωσίβιο, το quick stop και η ζώνη σώζουν ζωές

Η "Καλλίπυγος" στους πέντε ωκεανούς. Δυτική Σικελία, ακτές Ισπανίας.

Σύνδεση με το προηγούμενο : http://www.ribandsea.com/main/index.php/travels/1332-i-kallipygos-stous-pente-okeanoys-salparisma-kai-afiksi-sti-malta

Δυτική Σικελία.

Την πρώτη μέρα μείναμε δίπλα στο λιμεναρχείο για να πλύνουμε το σκάφος και να γεμίσουμε νερό τις δεξαμενές. Λόγω ΕΟΚ όλες οι διατυπώσεις είναι να συμπληρώσεις μια μικρή σελίδα-έντυπο. Ενώ καθαρίζαμε το κατάστρωμα, παρατηρήσαμε χαραμάδες στο ατσάλινο κεφάλι του πηδαλίου. Αμέσως λύσαμε το τιμόνι και το πήγαμε στο παραπλήσιο μηχανουργείο για επισκευή και ενίσχυση. Την επομένη μεθορμίσαμε στο μικρό ψαρολίμανο, όπου παραμείναμε συνολικά 12 μέρες.
      
Σ’ αυτό το διάστημα εμποτιστήκαμε στην κυριολεξία με τη μακρά ιστορία του τόπου και το περιβόητο ντόπιο κρασί. Όπως η Μάλτα έτσι και το δυτικό άκρο της Σικελίας αποτελεί κόμβο στις θαλάσσιες συγκοινωνίες και φυσικά πέρασαν από δω όλοι οι ιμπεριαλιστές της Μεσογείου: από τους Φοίνικες μέχρι τους Άγγλους. Το όνομα προέρχεται από το αραβικό «Μαρσά-Αλλάχ» (θείο λιμάνι).

Η Μαρσάλα μου θυμίζει κάπως τη Σύρο με τα περασμένα της μεγαλεία, οι κάτοικοί της είναι οι τζέντλεμεν της Σικελίας. Δεν έχουν καμία σχέση με τους χωριάτες των βουνών, τους ψαράδες του Νότου, τους βιομηχάνους και τους μαφιόζους του Βορρά.
      
Στις 5 Μαΐου ο καιρός άρχισε να δείχνει ευνοϊκός. φυσάει σορόκος (νοτιοανατολικός) και αποφασίζουμε να φύγουμε την επομένη.

6 Μαΐου: Σαλπάρουμε με συννεφιά από τη Μαρσάλα. Ο άνεμος και το δελτίο καιρού μας είναι αντίθετα. Φυσικά, όσο περνάει η μέρα ο άνεμος φρεσκάρει και αποφασίζουμε να σταματήσουμε 20 μιλιά μετά, στη νήσο Λεβάντζο. Ίσα ίσα που χωράμε στο λιμανάκι με τα ψαροκάϊκα. Γύρω μας απόκρημνοι βράχοι, θάμνοι, αγριολούλουδα και κάκτοι. Μια εικοσαριά σπίτια περικλείουν τον όρμο. Αν εξαιρέσουμε τα σφυρίγματα του ανέμου, πλήρης ησυχία.
     
7 Μαΐου: Ίδιος καιρός. Περιμένουμε κάνοντας κάποιες εργασίες συντήρησης στην αρματωσιά και στη μηχανή.
     
8 Μαΐου: Ο άνεμος γύρισε λίγο πιο βόρειος. Αποφασίζουμε να πάμε μέχρι το νησάκι Μαρέττιμο, 15 μίλια πιο δυτικά. Μερικές ώρες και κάμποσα κοντοβόλτια αργότερα, φτάσαμε στο δυτικότερο νησί του «αρχιπελάγους» των Έγκαντι. Το όνομά του προέρχεται από το αρχαίο Αιγούσαι και αποτελείται από τα νησιά Λεβάντζο, Φαβινιάνα, Φορμίκα και Μαρέττιμο. Η περιοχή έχει δυνατά θαλάσσια ρεύματα, πολλά αβαθή και οι κάτοικοι των ξερών αυτών νησιών ασχολούνται κυρίως με τη ναυτιλία και την αλιεία. Όμως, όπως παντού στη Μεσόγειο, ο πληθυσμός των ψαριών συνεχώς μειώνεται και είναι ο τουρισμός πλέον που συντηρεί τους λιγοστούς μόνιμους κατοίκους. Αυτά κι άλλα μας είπε ο Πιέτρο, ένας ηλικιωμένος ντόπιος ψαράς που μιλούσε άπταιστα ελληνικά χάρη στην παραμονή του στη... Λέρο από το 1938 έως το 1943. Ένα βράδυ με την κιθάρα του μας τραγούδησε το «Ακόμα ένα ποτηράκι...».
      
Κατά κάποιον τρόπο η ακριτική νησιώτικη ατμόσφαιρα, η ντροπαλή φιλοξενία, τα κατακόρυφα ξερά βουνά, οι ρεματιές κατάμεστες από σκίνα και τα πολύχρωμα αγριολούλουδα όπως και το περιποιημένο χωριό με τα σκιερά στενά σοκάκια μας θύμιζαν έντονα αιγαιοπελαγίτικες στιγμές.
     
Η γάτα μας, η «Αυτάκια», χάρηκε τη νησιώτικη ζωή καθώς παρακολουθούσε καθημερινά, στο μόλο, τους ψαράδες να ξεψαρίζουν τα δίχτυα τους και να τις ρίχνουν που και που κανένα γύλο.
     
Κατά την παραμονή μας στη Μαρέττιμο, εκτός από τις εβδομαδιαίες επαφές με τους φίλους ραδιοερασιτέχνες στην Ελλάδα, άρχισα να κουβεντιάζω μ’ ένα Γερμανό μετεωρολόγο, που έδινε σε ομοεθνείς του ιστιοπλόους αναλύσεις επιφάνειας για τον καιρό της Μεσογείου. Στις 11 Μαΐου μου είπε ότι από την επομένη θα είχαμε σταθερά καλές συνθήκες για την περαντζάδα μας των 700 μιλίων μέχρι την Ισπανία.

Σαλπάρουμε  για την Ισπανία.

1η Μαΐου: Η γάτα είναι προνοητική. Όταν το μέρος της αρέσει, προαισθάνεται την αναχώρηση και... αυτομολεί. Σήμερα δεν έκανε εξαίρεση στον κανόνα, την κυνηγάμε γύρω από το μόλο και την κλείνουμε στην καμπίνα.
     
Προς το παρόν επικρατεί άπνοια. Μάταια προσπάθησε ο Πιέτρο να μας κρατήσει μερικές μέρες ακόμα στο νησί, ισχυριζόμενος ότι θα... χαλάσει ο καιρός.
     
Με τη μηχανή φτάνουμε στοv κάβο. Τρεις ώρες αργότερα εμφανίζεται ένα ελαφρύ βοριαδάκι, που ίσα ίσα ρυτιδώνει τη θάλασσα. Το μεσημέρι φρεσκάρει λίγο και ήδη ταξιδεύουμε με 4-5 κόμβους. Όλα είναι ήσυχα, το νερό κυλάει γουργουρίζοντας στην ίσαλο, ο αυτόματος πιλότος κρατάει την πορεία, η Άννα Μαρία παίζει με τη γάτα, εγώ μαγειρεύω φασολάκια κοκκινιστά για το βράδυ. Τα μεσάνυχτα έκοψε ο αέρας. Η εξωλέμβια Γιαμάχα παίρνει τη «σκυτάλη».

13 Μαΐου: Πλήρης άπνοια μέχρι τις 11:00'. Τότε φαίνεται ότι ο Αίολος λυπήθηκε τα καύσιμα και μας στέλνει λίγο βοριαδάκι: βίρα το μπαλόνι. Μεσημεριανό στίγμα με τον εξάντα: 120 ν.μ. από τη Μαρέττιμο, 550 από την Καρθαγένη. Η παρατήρηση με τον εξάντα μας φανερώνει την ύπαρξη ενός αντίθετου ρεύματος. Πρέπει να «κρατηθούμε» λίγο πιο βόρεια για να το αποφύγουμε. Έρχονται η νύχτα και το φεγγάρι, φέρνοντας μαζί τους άπνοια. Μηχανή.
    
14 Μαΐου: 01:00' πρωί. Ομίχλη: ορατότητα μισό μίλι. 02:00' Φυσάει λεβαντίνι (ανατολικό: κατάπρυμα), βίρα το μπαλόνι. Η πυκνή ομίχλη συνεχίζεται. Με ανακούφιση σβήσαμε τη μηχανή, μήπως και ακούσουμε κάποιο περαστικό πλοίο.
     
Σε λίγο η ορατότητα μειώνεται κι άλλο, 100 έως 200 μέτρα, ενώ τρέχουμε στα τυφλά με 6 κόμβους. Όλα στάζουν από την υγρασία, η ατμόσφαιρα φαίνεται γαλακτερή με το φως της σελήνης. Στις έξι, όταν πέφτω για ύπνο, η κατάσταση παραμένει η ίδια. Δεν κοιμάμαι καλά: βλέπω εφιαλτικές πλώρες βαποριών, με τις άγκυρες να κρέμονται σαν χαυλιόδοντες... Το μεσημέρι η Άννα Μαρία μου περιγράφει ότι πέρασε δίπλα μας ένα μικρό φορτηγό πλοίο, αφήνοντας πίσω του ένα βρωμερό ίχνος σεντινόλαδων. Συμβολικά η ανάσα του θανάτου. Το απόγευμα η ομίχλη διαλύεται, αλλά το ούριο λεβαντίνι παραμένει και φυσάει ελαφρά όλη τη νύχτα.
      
15 Μαΐου: Ελάχιστος αέρας, σερνόμαστε. Το απόγευμα προσγειώθηκε ένα πουλάκι στην πλώρη. Δυστυχώς, πριν το πάρουμε είδηση, το έπιασε η γάτα και το έφαγε. Κάθε τρεις ώρες κάνουμε τσίμα στο μπαλόνι.
       
16 Μαΐου: Μπουνάτσα. Τα πανιά κρεμούν, έχουμε καύσιμα για 100 μίλια και βρισκόμαστε 160 ν.μ. από την Καρθαγένη. Περιμένουμε. Η Άννα Μαρία βγάζει τη ραπτομηχανή και αρχίζει να ράβει καλύμματα για τα βίντσια.
       
17  Μαΐου: Λίγο μετά τα μεσάνυχτα τα πανιά φουσκώνουν πάλι: νοτιάς. Επιτέλους, τρέχει ξανά το σκάφος.
      
Το πρωί ο καιρός φρεσκάρει και γυρίζει νοτιοδυτικός — αντίθετος. Παίρνουμε μούδες καθώς η ένταση του ανέμου φτάνει τα 6 μποφόρ. Το ταξίδεμα γίνεται λιγότερο άνετο καθώς τα κύματα είναι κόντρα και απότομα. Το σούρουπο διακρίνουμε τις ισπανικές ακτές. Ο άνεμος είναι τελείως αντίθετος για την Καρθαγένη. Αλλάζουμε πορεία προς το πλησιέστερο λιμάνι.
    
Ξημερώματα φτάνουμε στην Αλικάντε. Η χαρά της άφιξης μετριάζεται από τη θέα των πολυκατοικιών και της βρώμας του λιμανιού. Η Αλικάντε αποτελεί το κέντρο της οικονομικής ζωής της περιοχής. Από δω οργανώνονται επενδύσεις, εμπόρια, μεταφορές. Χάρη σε τεράστιες χρηματοδοτήσεις, τόσο από την ΕΟΚ όσο και από ξένους επενδυτές, άλλαξε ριζικά η όψη των 600 χιλιομέτρων παράκτιας πεδιάδας.
     
Χαρακτηριστικό της παραλίας από τη Βαλένθια έως τη Μάλαγα είναι οι τεράστιες πολυκατοικίες και τα ξενοδοχεία, όπου διαμένουν περαστικοί τουρίστες ή συνταξιούχοι από τη Βόρεια Ευρώπη. Ένα χιλιόμετρο πιο μέσα, έως τους πρόποδες των βουνών, ο ορίζοντας καλύπτεται από θερμοκήπια. Φανταστείτε ότι η περιοχή εξάγει 30 χιλιάδες τόνους - κυρίως άνοστα - φρούτα κάθε χρόνο.
     
Η βεβήλωση όμως μιας από τις ομορφότερες ακτές της Μεσογείου είναι το τίμημα που πλήρωσαν οι Ισπανοί στο βωμό της οικονομικής ανάπτυξης. Η ραγδαία μεταμόρφωση της Ισπανίας από «φτωχή» μεσογειακή χώρα σ’ ένα υπερεξελιγμένο ευρωπαϊκό κράτος είχε ευεργετικά αποτελέσματα σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, αλλά δημιούργησε μεγάλα περιβαλλοντικά προβλήματα. Γιατί, πέρα από την οπτική ρύπανση των απαίσιων κτιρίων, είδαμε τα λύματα οικισμών να καταλήγουν «ατόφια» στη θάλασσα, αλλά και τα παλιά καλύμματα των θερμοκηπίων να λερώνουν το άλλοτε εξοχικό τοπίο. Παράλληλα, εκατοντάδες τράτες, όλων των μεγεθών, οργώνουν μεθοδικά το βυθό, λες και ψάρια, γαρίδες και κοχύλια δεν έχουν τελειωμό.
    
Όλα τα λιμάνια που επισκεφτήκαμε στην Ισπανία ήταν οργανωμένα με πανάκριβες μαρίνες. Έτσι, για να μη χρεοκοπήσουμε, αναγκαστήκαμε να αγκυροβολούμε παντού ατελώς, έξω ή δίπλα από τους κυματοθραύστες. Αποφασίσαμε λοιπόν να συντομεύσουμε την παραμονή μας στις «αφιλόξενες» ακτές και να βγούμε γρήγορα στα «ελεύθερα» νερά του Ατλαντικού. Δυστυχώς, λογαριάζαμε χωρίς το... νοικοκύρη, δηλαδή τον Αίολο, που για ένα μήνα μας φιλοδώρησε με δυνατούς αντίθετους ανέμους, επιβραδύνοντας και δυσκολεύοντας την πρόοδο της «Καλλίπυγου» προς τα δυτικά. Χρησιμοποιώντας όλα τα «κόλπα» και τα ιστιοπλοϊκά τεχνάσματα, προσπαθήσαμε να εκμεταλλευτούμε κάθε ευκαιρία για να κερδίσουμε έστω και μερικά μίλια κόντρα στον αέρα, στο αντίθετο ρεύμα, στον αντίξοο κυματισμό.
      
Στις 3 Ιουνίου φτάσαμε στο Τόρε ντελ Μαρ, μόλις 70 μίλια από το Γιβραλτάρ. Το φαινόμενο του «μπουγαζιού» των στενών ήταν πλέον πολύ έντονο, με αντίθετο άνεμο 7 ως 8 μποφόρ και ανάποδο ρεύμα ενός κόμβου. Έτσι περάσαμε από το γοργό ρυθμό μιας υγιούς χελώνας στο τέμπο μιας ανάπηρης! Το λιμανάκι του Τόρε, πέρα από την καλή του γεωγραφική τοποθεσία, είχε για μας κι ένα άλλο σημαντικό πρωτέρημα: ήταν δωρεάν. Δείγμα του τουριστικού κορεσμού της περιοχής, η εταιρεία που διαχειριζόταν τη μαρίνα είχε χρεοκοπήσει πριν ακόμα προλάβει την αποπεράτωση των έργων. Το ίδιο φαινόμενο μαρτυρούσαν οι άδειοι, ημιτελείς ουρανοξύστες και τα φαλιρισμένα κτηματομεσιτικά γραφεία της μικρής πόλης Τόρε ντελ Μαρ. Αποφασίσαμε να παραμείνουμε εκεί έως ότου αλλάξει ο καιρός, παρέα με μια διεθνή ομάδα άλλων ιστιοφόρων που κι αυτά περίμεναν τον πολυπόθητο λεβάντε στο μοναδικό αυτό φτηνό λιμάνι.
     
Σαν αποδημητικά πουλιά, αυτοί οι «κοτερατζήδες» προέρχονται απ’ όλα τα σημεία της ηπείρου μας. Τα εύκολα νερά, το εύκρατο κλίμα της Νότιας Ισπανίας, οι πραγματικά ανύπαρκτες διατυπώσεις και η σχετικά μικρή απόσταση από τις πατρίδες τους ευνοούν την παρουσία πολλών Βορειοευρωπαίων συνταξιούχων που αντάλλαξαν σπίτι με σκάφος και κοιτούν να καλοπεράσουν στη ζέστη τα τελευταία ενεργά χρόνια της ζωής τους.
     
Μας φάνηκαν αμέσως συμπαθητικοί, όχι μόνο ως... συνάδελφοι, αλλά επειδή ήταν οι μόνοι που αναγνώρισαν την ελληνική σημαία στην πρύμη της «Καλλίπυγου». Μέχρι τότε είχα ακούσει τα πιο απίθανα πράγματα: φινλανδέζικη, βαυαρική κτλ. Έτσι συνειδητοποίησα πόσο τραγικά εγωκεντρικά ζούμε στην Ελλάδα, αφού στην πλειονότητα των λιμανιών που επισκεφθήκαμε στο εξωτερικό, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που δε δήλωναν άγνοια μπροστά στη γαλανόλευκη... Προσπαθώντας να αξιοποιήσουμε το χρόνο στον αναγκαστικό σταθμό, κάναμε εργασίες συντήρησης στο σκάφος και τελειώσαμε την κατασκευή ενός πτυσσόμενου ανεμοφράκτη για την προστασία του πηδαλιούχου. Παράλληλα, κοιτάξαμε να επισκεφθούμε τα αξιοθέατα της περιοχής. Το σημαντικότερο ήταν η πόλη της Γρανάδας, το κορυφαίο κομμάτι του αραβικού και μουσουλμανικού πολιτισμού, με την περιβόητη Αλάμπρα, το επιβλητικό φρούριο πάνω από την πόλη, με το υπέροχο σύμπλεγμα παλατιών και κήπων που σήμερα προστατεύεται από την Ουνέσκο ως πολιτιστική κληρονομιά της ανθρωπότητας.
    
13 Ιουνίου: Όλοι οι οιωνοί και τα μετεωρολογικά δελτία φαίνονται επιτέλους να συμφωνούν: έφτασε ο «λεβάντες». Ο καιρός είναι μουντός, καταχνιασμένος, ψιχαλίζει σποραδικά. Η Άννα Μαρία κάνει τα τελευταία ψώνια στη λαϊκή αγορά. Γύρω στις 10:00' αποπλέουμε παρέα με άλλα δύο ιστιοφόρα προς τη δύση.
     
Έξω από το λιμάνι παρατηρούμε κι άλλα σκάφη να κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση προφανώς δεν ήμασταν οι μόνοι αποκλεισμένοι από τον αντίθετο άνεμο της περασμένης εβδομάδας.
     
Το απόγευμα βιράρουμε το μπαλόνι και καθώς νυχτώνει, φρεσκάρει ο άνεμος. Μουδάρουμε και βάζουμε φλόκο, καθώς τρέχουμε ολοένα και πιο γρήγορα. Ο αέρας αντίθετα στο θαλάσσιο ρεύμα δημιουργεί ένα χαώδη, απότομο κυματισμό, με κατά τόπους δίνες και εντυπωσιακά αφρώδη βρασίματα που φωσφορίζουν μέσα στη μαύρη νύχτα.

Στο επόμενο κατάπλους στο Γιβραλτάρ, αντίο Μεσόγειος, Ατλαντικός, Κανάριοι νήσοι, Λας πάλμας. http://www.ribandsea.com/main/index.php/travels/1346-i-kallipygos-stous-pente-okeanoys-givraltar-kanarioi-nisoi